Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρεμβαίνει στην οξύτατη θεσμική σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Πολωνία, παρέχοντας ουσιαστικά πολιτική στήριξη στον πρωθυπουργό Donald Tusk, ο οποίος δηλώνει αποφασισμένος να μην προχωρήσει σε κανέναν συμβιβασμό για το μέλλον του Συνταγματικού Δικαστηρίου
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσφέρει - όπως ήταν αναμενόμενο - πολιτική κάλυψη στον Πολωνό πρωθυπουργό Donald Tusk, την ώρα που η σύγκρουση για τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου κλιμακώνεται.
Οι Βρυξέλλες επικαλούνται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά αποφεύγουν να τοποθετηθούν ξεκάθαρα για τις αμφιλεγόμενες κινήσεις της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρεμβαίνει στην οξύτατη θεσμική σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Πολωνία, παρέχοντας ουσιαστικά πολιτική στήριξη στον πρωθυπουργό Donald Tusk, ο οποίος δηλώνει αποφασισμένος να μην προχωρήσει σε κανέναν συμβιβασμό για το μέλλον του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η στάση της Κομισιόν εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια με την οποία οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν τις συγκρούσεις για τη δικαστική ανεξαρτησία στα κράτη-μέλη.
Ενώ στο παρελθόν είχαν υιοθετήσει αυστηρή γραμμή απέναντι στις παρεμβάσεις της προηγούμενης πολωνικής κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη, τώρα εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένες να αναγνωρίσουν τα επιχειρήματα της κυβέρνησης Tusk, χωρίς να αποσαφηνίζουν πλήρως τα όρια των δικών της παρεμβάσεων.
Η στήριξη των Βρυξελλών και η επίκληση της νομιμότητας
Αφορμή για τη νέα αντιπαράθεση αποτελεί η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης να ανατρέψει τις αλλαγές που επέβαλε στο δικαστικό σύστημα το πατριωτικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), κατά την περίοδο διακυβέρνησής του από το 2015 έως το 2023.
Οι μεταρρυθμίσεις εκείνης της περιόδου είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και είχαν βρεθεί στο στόχαστρο ευρωπαϊκών δικαστηρίων λόγω ανησυχιών για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Σήμερα, όμως, η σύγκρουση έχει αντιστραφεί πολιτικά. Η κυβέρνηση Tusk επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενώ ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Karol Nawrocki, ο οποίος εξελέγη το 2025 με την υποστήριξη του PiS, αντιστέκεται στις επιλογές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ο Nawrocki έχει αρνηθεί να ορκίσει ορισμένους από τους δικαστές που εξέλεξε το σημερινό Κοινοβούλιο, ενώ η ηγεσία του Δικαστηρίου, η οποία συνδέεται με το PiS, έχει εμποδίσει την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η Κομισιόν επέλεξε να τοποθετηθεί υπέρ της αρμοδιότητας της πολωνικής Βουλής να διορίζει νέους δικαστές.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου, Michael McGrath, δήλωσε στο POLITICO ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας πρέπει να μπορεί να λειτουργεί σύμφωνα με το πολωνικό Σύνταγμα και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπογράμμισε ότι το ζήτημα αφορά κάθε Πολωνό πολίτη και ότι οι ίδιες οι πολωνικές αρχές έχουν την ευθύνη να διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία του θεσμού.
Παράλληλα, επικαλέστηκε τη σαφή, όπως τη χαρακτήρισε, θέση της Επιτροπής της Βενετίας, σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητα διορισμού των νέων δικαστών ανήκει στη Sejm, την κάτω Βουλή του πολωνικού Κοινοβουλίου.
Η τοποθέτηση αυτή ενισχύει το επιχείρημα της κυβέρνησης Tusk. Δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με συνολική νομική έγκριση όλων των ενεργειών της. Και ακριβώς σε αυτή τη διάκριση εντοπίζεται το πολιτικά ευαίσθητο σημείο της παρέμβασης των Βρυξελλών: η Κομισιόν εμφανίζεται πρόθυμη να στηρίξει τη θεσμική επιχειρηματολογία της μίας πλευράς, χωρίς να έχει αξιολογήσει δημοσίως κάθε πτυχή της κλιμακούμενης σύγκρουσης.
Tusk: «Σε ορισμένα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός»
Ο Πολωνός πρωθυπουργός, σε διάγγελμά του προς το έθνος το βράδυ του Σαββάτου (31/10), ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει.
«Σε ορισμένα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός», δήλωσε, παρομοιάζοντας τις εκκλήσεις για συμφιλίωση με την απαίτηση ενός κλέφτη να διατηρήσει τα μισά από τα αντικείμενα που αφαίρεσε από μια τσάντα.
«Περιμέναμε πάρα πολύ για τον θησαυρό μιας ανεξάρτητης, δημοκρατικής Πολωνίας ώστε να υποχωρήσουμε τώρα από φόβο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ρητορική του Tusk δείχνει ότι η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει τη διαμάχη όχι ως μια συνηθισμένη θεσμική διαφωνία, αλλά ως σύγκρουση για τον ίδιο τον δημοκρατικό χαρακτήρα του κράτους.
Ωστόσο, η απόλυτη απόρριψη κάθε συμβιβασμού δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποιους θεσμικούς μηχανισμούς μπορεί να αποκατασταθεί η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όταν οι αντιμαχόμενες πλευρές αμφισβητούν αμοιβαία τη νομιμότητα των ενεργειών τους;
Η παρέμβαση Nawrocki και η νέα κρίση στο Συνταγματικό Δικαστήριο
Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο πρόεδρος Nawrocki διέκοψε το ταξίδι του προς τη Σενεγάλη, επέστρεψε στη Βαρσοβία και εισήλθε στο Συνταγματικό Δικαστήριο λίγο μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου.
Εκεί ήρθε αντιμέτωπος με δικαστές που αμφισβητούν τη σημερινή ηγεσία του θεσμού.
Ο Tusk κατήγγειλε την προεδρική παρέμβαση, τονίζοντας ότι σε ένα κράτος δικαίου κανένας πολιτικός δεν μπορεί να εισέρχεται σε δικαστήριο, να δίνει εντολές ή να εκφοβίζει δικαστές, ακόμη και αν κατέχει το ύπατο πολιτειακό αξίωμα.
Ο πρωθυπουργός δεσμεύτηκε ότι θα διασφαλίσει την ανεξάρτητη και ασφαλή λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η άμεση αφορμή για την τελευταία κλιμάκωση ήταν η απόφαση της δικαστή Anna Korwin-Piotrowska να θέσει σε αναστολή καθηκόντων τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, Bogdan Święczkowski, και τον αναπληρωτή του, Bartłomiej Sochański.
Η απόφαση ελήφθη έπειτα από πολύμηνο αποκλεισμό δικαστών που είχαν εκλεγεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Tusk.
Ο Nawrocki χαρακτήρισε τις εξελίξεις παράνομη κατάληψη του Δικαστηρίου και πραγματοποίησε συνομιλίες με κοινοβουλευτικούς ηγέτες το Σάββατο. Από τις συζητήσεις απείχαν ο κυβερνητικός Συνασπισμός Πολιτών του Tusk και η Νέα Αριστερά, που συμμετέχει στην κυβέρνηση.
Η Korwin-Piotrowska έχει συγκαλέσει συνέλευση των δικαστών για την Τρίτη, 3 Νοεμβρίου, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση για το ποιος ασκεί νόμιμα τη διοίκηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η επιλεκτική στάση της Κομισιόν στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο επίτροπος McGrath απέφυγε να εγκρίνει ρητά την αναστολή καθηκόντων του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου του Δικαστηρίου.
Η επιφύλαξη αυτή αποκαλύπτει τα όρια της ευρωπαϊκής τοποθέτησης.
Η Κομισιόν υποστηρίζει την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου για την επιλογή δικαστών, αλλά δεν έχει εκφράσει αντίστοιχα σαφή θέση για τη νομιμότητα της απομάκρυνσης της υφιστάμενης δικαστικής ηγεσίας από την άσκηση των καθηκόντων της.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι Βρυξέλλες να βρεθούν αντιμέτωπες με κατηγορίες περί πολιτικής επιλεκτικότητας στην εφαρμογή των αρχών του κράτους δικαίου.
Το ζήτημα δεν είναι αν οι μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης κυβέρνησης του PiS ήταν συμβατές με τις ευρωπαϊκές αρχές.
Οι σχετικές ανησυχίες είχαν ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο και απασχόλησαν επανειλημμένα την ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αποκατάσταση της δικαστικής ανεξαρτησίας μπορεί να δικαιολογεί οποιαδήποτε ενέργεια της σημερινής κυβέρνησης ή αν κάθε επιμέρους παρέμβαση οφείλει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο νομιμότητας.
Η πολιτική εγγύτητα της κυβέρνησης Tusk με τον κυρίαρχο φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό των Βρυξελλών καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για διαφανή και συνεπή κριτήρια αξιολόγησης.
Διότι το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αποτελεί αυστηρό κριτήριο ελέγχου για κυβερνήσεις που συγκρούονται με την Κομισιόν και ταυτόχρονα πεδίο μεγαλύτερης πολιτικής ανοχής για κυβερνήσεις που διατηρούν καλές σχέσεις μαζί της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της πολωνικής Δικαιοσύνης. Οφείλει, όμως, να αποδεικνύει ότι εφαρμόζει τις ίδιες θεσμικές αρχές ανεξαρτήτως του ποιος βρίσκεται στην εξουσία.
Διαφορετικά, κινδυνεύει να ενισχύσει την εντύπωση ότι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται όχι μόνο από τη νομιμότητα των κυβερνητικών ενεργειών, αλλά και από την πολιτική ταυτότητα εκείνων που τις πραγματοποιούν.
Και αυτή είναι μια αμφισβήτηση που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν.
www. bankingnews.gr
Οι Βρυξέλλες επικαλούνται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά αποφεύγουν να τοποθετηθούν ξεκάθαρα για τις αμφιλεγόμενες κινήσεις της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρεμβαίνει στην οξύτατη θεσμική σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Πολωνία, παρέχοντας ουσιαστικά πολιτική στήριξη στον πρωθυπουργό Donald Tusk, ο οποίος δηλώνει αποφασισμένος να μην προχωρήσει σε κανέναν συμβιβασμό για το μέλλον του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η στάση της Κομισιόν εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια με την οποία οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν τις συγκρούσεις για τη δικαστική ανεξαρτησία στα κράτη-μέλη.
Ενώ στο παρελθόν είχαν υιοθετήσει αυστηρή γραμμή απέναντι στις παρεμβάσεις της προηγούμενης πολωνικής κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη, τώρα εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένες να αναγνωρίσουν τα επιχειρήματα της κυβέρνησης Tusk, χωρίς να αποσαφηνίζουν πλήρως τα όρια των δικών της παρεμβάσεων.
Η στήριξη των Βρυξελλών και η επίκληση της νομιμότητας
Αφορμή για τη νέα αντιπαράθεση αποτελεί η προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης να ανατρέψει τις αλλαγές που επέβαλε στο δικαστικό σύστημα το πατριωτικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), κατά την περίοδο διακυβέρνησής του από το 2015 έως το 2023.
Οι μεταρρυθμίσεις εκείνης της περιόδου είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και είχαν βρεθεί στο στόχαστρο ευρωπαϊκών δικαστηρίων λόγω ανησυχιών για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Σήμερα, όμως, η σύγκρουση έχει αντιστραφεί πολιτικά. Η κυβέρνηση Tusk επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενώ ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Karol Nawrocki, ο οποίος εξελέγη το 2025 με την υποστήριξη του PiS, αντιστέκεται στις επιλογές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ο Nawrocki έχει αρνηθεί να ορκίσει ορισμένους από τους δικαστές που εξέλεξε το σημερινό Κοινοβούλιο, ενώ η ηγεσία του Δικαστηρίου, η οποία συνδέεται με το PiS, έχει εμποδίσει την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η Κομισιόν επέλεξε να τοποθετηθεί υπέρ της αρμοδιότητας της πολωνικής Βουλής να διορίζει νέους δικαστές.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου, Michael McGrath, δήλωσε στο POLITICO ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας πρέπει να μπορεί να λειτουργεί σύμφωνα με το πολωνικό Σύνταγμα και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπογράμμισε ότι το ζήτημα αφορά κάθε Πολωνό πολίτη και ότι οι ίδιες οι πολωνικές αρχές έχουν την ευθύνη να διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία του θεσμού.
Παράλληλα, επικαλέστηκε τη σαφή, όπως τη χαρακτήρισε, θέση της Επιτροπής της Βενετίας, σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητα διορισμού των νέων δικαστών ανήκει στη Sejm, την κάτω Βουλή του πολωνικού Κοινοβουλίου.
Η τοποθέτηση αυτή ενισχύει το επιχείρημα της κυβέρνησης Tusk. Δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με συνολική νομική έγκριση όλων των ενεργειών της. Και ακριβώς σε αυτή τη διάκριση εντοπίζεται το πολιτικά ευαίσθητο σημείο της παρέμβασης των Βρυξελλών: η Κομισιόν εμφανίζεται πρόθυμη να στηρίξει τη θεσμική επιχειρηματολογία της μίας πλευράς, χωρίς να έχει αξιολογήσει δημοσίως κάθε πτυχή της κλιμακούμενης σύγκρουσης.
Tusk: «Σε ορισμένα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός»
Ο Πολωνός πρωθυπουργός, σε διάγγελμά του προς το έθνος το βράδυ του Σαββάτου (31/10), ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει.
«Σε ορισμένα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός», δήλωσε, παρομοιάζοντας τις εκκλήσεις για συμφιλίωση με την απαίτηση ενός κλέφτη να διατηρήσει τα μισά από τα αντικείμενα που αφαίρεσε από μια τσάντα.
«Περιμέναμε πάρα πολύ για τον θησαυρό μιας ανεξάρτητης, δημοκρατικής Πολωνίας ώστε να υποχωρήσουμε τώρα από φόβο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ρητορική του Tusk δείχνει ότι η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει τη διαμάχη όχι ως μια συνηθισμένη θεσμική διαφωνία, αλλά ως σύγκρουση για τον ίδιο τον δημοκρατικό χαρακτήρα του κράτους.
Ωστόσο, η απόλυτη απόρριψη κάθε συμβιβασμού δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποιους θεσμικούς μηχανισμούς μπορεί να αποκατασταθεί η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όταν οι αντιμαχόμενες πλευρές αμφισβητούν αμοιβαία τη νομιμότητα των ενεργειών τους;
Η παρέμβαση Nawrocki και η νέα κρίση στο Συνταγματικό Δικαστήριο
Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο πρόεδρος Nawrocki διέκοψε το ταξίδι του προς τη Σενεγάλη, επέστρεψε στη Βαρσοβία και εισήλθε στο Συνταγματικό Δικαστήριο λίγο μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου.
Εκεί ήρθε αντιμέτωπος με δικαστές που αμφισβητούν τη σημερινή ηγεσία του θεσμού.
Ο Tusk κατήγγειλε την προεδρική παρέμβαση, τονίζοντας ότι σε ένα κράτος δικαίου κανένας πολιτικός δεν μπορεί να εισέρχεται σε δικαστήριο, να δίνει εντολές ή να εκφοβίζει δικαστές, ακόμη και αν κατέχει το ύπατο πολιτειακό αξίωμα.
Ο πρωθυπουργός δεσμεύτηκε ότι θα διασφαλίσει την ανεξάρτητη και ασφαλή λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η άμεση αφορμή για την τελευταία κλιμάκωση ήταν η απόφαση της δικαστή Anna Korwin-Piotrowska να θέσει σε αναστολή καθηκόντων τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, Bogdan Święczkowski, και τον αναπληρωτή του, Bartłomiej Sochański.
Η απόφαση ελήφθη έπειτα από πολύμηνο αποκλεισμό δικαστών που είχαν εκλεγεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Tusk.
Ο Nawrocki χαρακτήρισε τις εξελίξεις παράνομη κατάληψη του Δικαστηρίου και πραγματοποίησε συνομιλίες με κοινοβουλευτικούς ηγέτες το Σάββατο. Από τις συζητήσεις απείχαν ο κυβερνητικός Συνασπισμός Πολιτών του Tusk και η Νέα Αριστερά, που συμμετέχει στην κυβέρνηση.
Η Korwin-Piotrowska έχει συγκαλέσει συνέλευση των δικαστών για την Τρίτη, 3 Νοεμβρίου, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση για το ποιος ασκεί νόμιμα τη διοίκηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η επιλεκτική στάση της Κομισιόν στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο επίτροπος McGrath απέφυγε να εγκρίνει ρητά την αναστολή καθηκόντων του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου του Δικαστηρίου.
Η επιφύλαξη αυτή αποκαλύπτει τα όρια της ευρωπαϊκής τοποθέτησης.
Η Κομισιόν υποστηρίζει την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου για την επιλογή δικαστών, αλλά δεν έχει εκφράσει αντίστοιχα σαφή θέση για τη νομιμότητα της απομάκρυνσης της υφιστάμενης δικαστικής ηγεσίας από την άσκηση των καθηκόντων της.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι Βρυξέλλες να βρεθούν αντιμέτωπες με κατηγορίες περί πολιτικής επιλεκτικότητας στην εφαρμογή των αρχών του κράτους δικαίου.
Το ζήτημα δεν είναι αν οι μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης κυβέρνησης του PiS ήταν συμβατές με τις ευρωπαϊκές αρχές.
Οι σχετικές ανησυχίες είχαν ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο και απασχόλησαν επανειλημμένα την ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αποκατάσταση της δικαστικής ανεξαρτησίας μπορεί να δικαιολογεί οποιαδήποτε ενέργεια της σημερινής κυβέρνησης ή αν κάθε επιμέρους παρέμβαση οφείλει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο νομιμότητας.
Η πολιτική εγγύτητα της κυβέρνησης Tusk με τον κυρίαρχο φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό των Βρυξελλών καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για διαφανή και συνεπή κριτήρια αξιολόγησης.
Διότι το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αποτελεί αυστηρό κριτήριο ελέγχου για κυβερνήσεις που συγκρούονται με την Κομισιόν και ταυτόχρονα πεδίο μεγαλύτερης πολιτικής ανοχής για κυβερνήσεις που διατηρούν καλές σχέσεις μαζί της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της πολωνικής Δικαιοσύνης. Οφείλει, όμως, να αποδεικνύει ότι εφαρμόζει τις ίδιες θεσμικές αρχές ανεξαρτήτως του ποιος βρίσκεται στην εξουσία.
Διαφορετικά, κινδυνεύει να ενισχύσει την εντύπωση ότι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται όχι μόνο από τη νομιμότητα των κυβερνητικών ενεργειών, αλλά και από την πολιτική ταυτότητα εκείνων που τις πραγματοποιούν.
Και αυτή είναι μια αμφισβήτηση που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν.
www. bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών